So Sad στο contACT

so sad

so sad στο contACT

“ΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ ἀΓΡΙΕΥΕΙ ΤΟΥΣ ἀΝΘΡΩΠΟΥΣ” της ἈΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΓΚΙΤΣΗ

Ἐξ’ἀφορμῆς θεατρικοῦ ἔργου “so sad” στο contACT- contemporary art club

«Τό σούρουπο ἀγριεύει τούς ἀνθρώπους» καί τούς κάνει ἐπιθετικούς, θά εἰπωθεῖ
διά στόματος τοῦ ἠθοποιοῦ Ἀλέξανδρου Εὐκαρπίδη μεταφέροντας τή σκέψη τοῦ
σύγχρονου Αὐστριακοῦ θεατρικοῦ συγγραφέα Robert Schneider ἐπί σκηνῆς τοῦ
νεοσύστατου Art Club contACT στήν Θεσσαλονίκη. Σούρουπο παίχτηκε καί τό ἔργο, σέ
χῶρο ἀφαιρετικό καί ἀτημέλητα καλαίσθητο, πού μέ τούς ἀναπάντεχους θορύβους καί
τήν ζεστή του καλλιτεχνική φυσιογνωμία φιλοξένησε τόσο τόν ταλαντοῦχο ἠθοποιό ὅσο
καί τό ὑποψιασμένο ἀλλά καί ἀνυποψίαστο κοινό σέ ἕνα ταξίδι μονόλογο τοῦ Ἰρακινοῦ
μετανάστη Sad στή Γερμανία. Ἡ σκηνοθεσία τῆς Νόπης Ράντη ἐναρμόνισε ἐπιδέξια τόν
minimal σκηνικό περίχωρο μέ τήν ἐκρηκτική παρουσία τοῦ πρωταγωνιστῆ, προκειμένου
ν’ἀναδειχτεῖ ἡ πληθωρική συναισθηματική ἐνδοχώρα τοῦ συγγραφέα μέσω τοῦ
μονολόγου του.
Ἡ ἀρχή ἀποκαλυπτική, ὀξύμωρη καί ἀνατρεπτική μας προειδοποιεῖ γιά τόν ἥρωα
– ἡ μήπως ἀντιήρωα! – ὅτι τό ὄνομα τοῦ εἶναι Sad. «Μέ λένε Sad, sad στά ἀγγλικά θά πεῖ
λυπημένος. Δέν εἶμαι λυπημένος». Ἡ ἐνδοσκόπηση ξεκινάει γιά τόν πρωταγωνιστή καί
ὅσο προχωράει, ἀφηγούμενος τίς χῶρες ἀπό ὅπου πέρασε ὡς μετανάστης, εἰσάγει τόν
θεατή στόν δικό του κόσμο πού μυρίζει τσάι καί παιδική ἀνεμελιά. Μεταβιβάζει στόν
ἀκροατή τήν νοσταλγία τῆς πατρίδας μέ τίς μορφές τοῦ πατέρα, τῆς μητέρας –
χαρακτηριστική ἡ στιγμή πού πιάνει τά χέρια τῆς μητέρας στή φωτογραφία καί
αἰσθάνεται ἀκόμη τήν ζεστασιά τούς – τῆς γυναίκας καί τοῦ γιοῦ πού ἄφησε πίσω στόν
Ἰράκ.
«Ξέρω πόσο ἀγριεύει τό σούρουπο τούς ἀνθρώπους» θά πεῖ συντετριμμένος,
ὡστόσο, μετά τό σούρουπο θά βγεῖ νά πουλήσει τά τριαντάφυλλά του σέ bar καί σέ
ἑστιατόρια. Σέ ἀνύποπτους περαστικούς πού θά τόν κοιτοῦν δίχως νά τόν βλέπουν. Ἐκεῖ
μέσα στή σκοτεινιά θά τριγυρνάει πουλώντας τά λουλούδια του, ἐν μέσῳ νυκτός θά
παρατηρεῖ τούς περαστικούς πού κάθονται στά παγκάκια. Στήν σκοτεινιά, ἴσως ἐπειδή ἡ
σκοτεινιά πάντα κρύβει τήν παρανομία καί ἡ νύχτα κάνει τούς ἀνεπιθύμητους ὄχι
λιγότερο ἀνεπιθύμητους ἀλλά ἀφανεῖς, ἀόρατους σάν νά μήν ὑπάρχουν. Καί ἄς
ὑπάρχουν ὡστόσο χιλιάδες ξένοι, διαφορετικοί, μετανάστες πού ἦρθαν στήν ὅποια
Γερμανία, στήν ὅποια Ἑλλάδα, στήν κάθε χώρα ὑποδοχῆς ἐπιζητώντας νά συνεχίσουν
τή ζωή τους ἀπό ἐκεῖ πού δέν τούς ἀπέμεινε πιά ζωή.
Τό ξένο ὅμως, ὅταν ἀντιμετωπίζεται καί σάν ξένο, φοβίζει, θά τό πεῖ ὄμορφα ὁ
Ἐλύτης στό Μονόγραμμα «Ἐπειδή τό ἀδοκίμαστο καί τό ἀπ’ἀλλοῦ φερμένο δέν τό
ἀντέχουν οἱ ἄνθρωποι…», μ’ἀποτέλεσμα ν’ἀπαξιώνεται, νά κατηγοριοποιεῖται καί
τελικῶς νά ἐξοντώνεται. Τόσο πολύ ἀλλοιώνεται πού χάνει τήν ταυτότητά του, καί ἀπό
καθαρό γίνεται βρόμικο, μυσαρό καί αὐτό πλέον εἶναι τό ἰδιάζον χαρακτηριστικό του,
ἐπιφέρει τό φόβο καί τό μίσος καί ὡς λέει καί ὁ συγγραφέας διά στόματος Sad
«Βρίσκεται μέσα σου τό μίσος. Μέσα βαθιά, Τό ξέρω. Δέν μπορεῖς νά κάνεις τίποτα γιά
νά τό ἐμποδίσεις. Τό μίσος εἶναι κάτι τόσο μεγάλο, πού σέ κάνει ὅλα καί μικρότερο.»
Οἱ μετανάστες οὔτε λίγο οὔτε πολύ ἀπό τούς περισσότερους ἀντιμετωπίζονται
ὡς βρωμεροί, πού μέ τά βρόμικά τους χέρια παίρνουν τό ψωμί, παίρνουν τίς δουλειές,
παίρνουν μέχρι καί τόν ἀέρα τῶν καθαρῶν ἀνθρώπων. Θά εἰπωθεῖ στό ἔργο «Ὅταν
ἐρχόμασταν ἐγώ κι οἱ ἄλλοι στήν Εὐρώπη καί ἀλλοῦ, δέν τό ξέραμε ὅτι ἤμασταν τόσο
βρόμικοι, τόσο λερωμένοι. Ἄν τό ξέραμε ἀπό τότε δέν θά ‘ρχομασταν, νά μολύνουμε τή
χώρα σας, νά τή βεβηλώσουμε…». Ἡ ταυτότητα τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἤδη μεταποιηθεῖ
ἐννοιολογικά σέ μία ἄλλη, αὐτή τοῦ βρόμικου μετανάστη. Δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ
Schneider ὀνομάζει τό ἔργο τοῦ «Βρομιά». Καθόλη τή διάρκεια τοῦ μονολόγου ὁ Sad
παλεύει ἐσωτερικά μέ τήν καθαρότητα τοῦ «εἶναι» του καί τήν συμβατική κοινωνική
βρομιά πού τοῦ προσδίδει ἡ χώρα στήν ὁποία μετανάστευσε. Σέ μία τέτοια κοινωνική
ἠθική δέν ἔχει σημασία οὔτε τό ὄνομα, οὔτε ἡ ἀνάγκη, οὔτε κάν καί τό ἀναφαίρετο
δικαίωμα τοῦ καθενός καί τῆς καθεμίας νά εἶναι πάνω ἀπό ὅλα καί κατά βάση
ἄνθρωπος. Ἄνθρωπος εἶναι μόνο μέσα στή χώρα καί τήν πατρίδα του. Ὅταν βγαίνει
ἐκτός γίνεται αὐτόματα ξένος καί συνταύτα βρόμικος καί βρωμερός.
Ἡ μεγάλη ἀλήθεια εἶναι ὅμως αὐτή πού εὔστοχα θά πεῖ ὁ συγγραφέας «ἡ βρομιά
εἶναι ψυχική καί βγαίνει ἀπό μέσα πρός τά ἔξω». Σάν τήν ἁμαρτία πού σχηματίζεται ἐν
πρώτοις ἐντός μας καί ἐν συνέχειᾳ ἐνσαρκώνεται στίς ἔμπρακτες σκέψεις ἡ πράξεις
μας, στίς περιφρονητικές λέξεις ἡ σιωπές μας1. Καί θυμᾶμαι τά λόγια του παπποῦ μου
στό χωράφι πού ἀνάμεσα στό μάζεμα τοῦ βαμβακιοῦ τρώγαμε καρπούζι καί φέτα καί
1
Ματθ. 15, 10-11 «Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον εἶπεν αὐτοῖς· Ἀκούετε καὶ συνίετε· οὐ τὸ εἰσερχόμενον εἰς τὸ στόμα
κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸ ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ στόματος τοῦτο κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον»
τόν ρωτοῦσα «παππού πῶς εἶναι ὁ κόσμος; Καλός ἡ κακός;» καί μοῦ ἀπαντοῦσε πάντοτε
μέ ἐκεῖνο τό ὁλόγιομο χαμόγελο «εἶναι ὅτι εἴμαστε καί ἐμεῖς στήν καρδιᾶς μας. Νά
δηλαδή, ἄν εἴμαστε κακοί θά βλέπουμε τόν κόσμο κακό. Ἄν εἴμαστε κλέφτες θά τόν
βλέπουμε κλέφτη, καί ἄν εἴμαστε καλοί θά τούς βλέπουμε ὅλους καλούς».
Κάπου μᾶλλον στήν ἔλλειψη καλοσύνης θά μᾶς ἔπιασε αὐτό τό θεατρικό ἔργο,
γιατί δέν ἐξηγεῖται ἀλλιῶς πού ἀρκετοί δακρύζαμε σάν αἰσθανθήκαμε τίς ἐρωτήσεις
τοῦ Sad νά ἀφοροῦν ἐμᾶς προσωπικά! Κάπου μᾶλλον μας ἔπιασαν οἱ τύψεις πού
τσαλακώνουμε ἔστω καί μέ τήν φευγαλέα ἀπαξιωτική μας ματιά τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ
ὅποιου διαφορετικοῦ πού μας πλησιάζει νά μᾶς πουλήσει κάτι πρίν ἡ μετά τό σούρουπο.
Τότε πού ἀγριεύει τό μέσα μας καί μᾶς ἐνοχλοῦν οἱ συνεχεῖς διακοπές τῆς κουβέντας μέ
τούς φίλους μας ἡ τόν σύντροφό μας γιά νά μᾶς πουλήσουν cd ἡ ρολόι, ἤ πίνακα, ἤ
χαρτομάντηλα, … ἤ… ἤ…ἤ
Τότε πού ὁ κάθε Sad ἀπέναντί μας γίνεται ὁ ἀνώνυμος μετανάστης χωρίς
πατρίδα, χωρίς πατέρα, χωρίς μητέρα – ἄσε πού τά χέρια μόνο τῆς δικῆς μας μάνας
ἔχουν τό δικαίωμα νά εἶναι τόσο ζεστά! χωρίς γυναίκα, χωρίς γιό καί κυρίως, μά κυρίως
χωρίς ἀξιοπρέπεια. Τότε εἶναι πού ἀγριεύουμε καί μᾶς φαίνεται τό σούρουπο μανδύας
πού καλύπτει τήν ἀσχήμια τῆς ψυχῆς μας πού δέν μπόρεσε νά διασώσει ἀλώβητη μία
στάλα ὄχι οἴκτου ἀλλά ἰσότιμης μεταχείρισης τοῦ βλέμματος σέ ὅλους τους ἀνθρώπους.
Οὔτε αὐτό δέν μπορέσαμε νά κάνουμε ἐμεῖς οἱ καθαροί. Καί ὅσο τό συνειδητοποιοῦμε
τόσο πιό πολύ ἀγριεύουμε.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s